ztrade900x365

Οι παράπλευρες απώλειες της ευρωπαϊκής διάσωσης

Του Hans-Werner Sinn* (PS)

 

Η ευρωζώνη διανύει πλέον το έκτο έτος της κρίσης αλλά και των προσπαθειών εκ μέρους της Ε.Κ.Τ. και της διεθνούς κοινότητας να την αντιμετωπίσει οριστικά. Οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν παγιδευτεί σε έναν υφέρποντα παρεμβατισμό ο οποίος, όπως έχει δηλώσει ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, μπορεί να καταστήσει την ευρωζώνη «αγνώριστη» και να παραβιάζει τους βασικούς κανόνες των οικονομικών και πολιτικών πρακτικών της Ευρώπης.

 

Το πιο πρόσφατο αίτημα, έτσι όπως εκφράστηκε έντονα από τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, απευθύνεται στην Ε.Κ.Τ. για να χειραγωγήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία. Ο Ολάντ έχει θορυβηθεί από τη ραγδαία ανατίμηση του ευρώ, το οποίο φέτος έχει αυξηθεί από το $ 1,21 στα τέλη του Ιουλίου 2012, στο $ 1,36 στις αρχές του φετινού Φεβρουαρίου. Η ενισχυμένη συναλλαγματική ισοτιμία θέτει επιπρόσθετη πίεση στη διαλυμένη Νότια Ευρώπη αλλά και σε εκείνη της Γαλλίας, υπονομεύοντας την ήδη χαμηλή ανταγωνιστικότητα τους.

 

Η φθηνή πίστωση που εισήχθη από το ευρώ, έθρεψε μία πληθωριστική φούσκα στη Νότια Ευρώπη, η οποία έσκασε όταν ξέσπασε η κρίση. Οι όροι πίστωσης επιδεινώθηκαν απότομα και εκείνο απέμεινε ήταν ένας σωρός από υπερτιμημένες οικονομίες που είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο λόγω της υπερβολικής τους εξάρτησης από την ξένη χρηματοδότηση.

 

Η γαλλική οικονομία, με τη σειρά της, υποφέρει επειδή οι πελάτες της στη Νότια Ευρώπη είναι σε μπελάδες. Σύμφωνα με μία μελέτη της Goldman Sachs, η οικονομία της Γαλλίας θα πρέπει να υποτιμηθεί κατά περίπου 20% σε σχέση με το μέσο όρο της ευρωζώνης και περίπου 35% έναντι της Γερμανίας για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του εξωτερικού της χρέους.

 

Η Ε.Κ.Τ. και η διεθνής κοινότητα - ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο - έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν την κρίση, αντικαθιστώντας την έλλειψη του ιδιωτικού κεφαλαίου με πιστώσεις στο δημόσιο τομέα. Η Ε.Κ.Τ. μετατόπισε την πίστωση αναχρηματοδότησης και τη δημιουργία χρήματος - με το ποσό των € 900 δις - προς τη Νότια Ευρώπη και την Ιρλανδία έτσι όπως μετρήθηκε σύμφωνα με τα υπόλοιπα Target του ευρωσυστήματος. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η ίδια θέτει τον εαυτό της σε κίνδυνο, διότι ο μόνος τρόπος για την εφαρμογή της συγκεκριμένης μετατόπισης ήταν η μείωση των εμπράγματων ασφαλειών για την αναχρηματοδότηση της πίστωσης. Σε μεγάλο βαθμό, οι τίτλοι αυτοί αποτελούνταν από κρατικά ομόλογα.

 

Προκειμένου να σταματήσει την καθοδική πορεία αυτών των τίτλων - και με αυτό τον τρόπο να σωθεί - η Ε.Κ.Τ. αγόρασε αυτά τα κρατικά ομόλογα και ανακοίνωσε ότι, αν χρειαστεί, θα το κάνει σε απεριόριστες ποσότητες. Την ίδια στιγμή, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ιδρύθηκε για να διασφαλίσει τα κράτη και τις τράπεζες.

 

Αυτές οι διαβεβαιώσεις κατάφεραν να ηρεμήσουν τις αγορές και να ξαναρχίσει η ροή κεφαλαίων από τον πυρήνα της ευρωζώνης στην περιφέρειά της. Αλλά τα κεφάλαια ρέουν και από άλλες χώρες επίσης. Διατηρώντας το ευρώ και αποκτώντας τίτλους στο κοινό νόμισμα, η ευρωζώνη έχει γίνει ελκυστική και πάλι σε όλο τον κόσμο, ανεβάζοντας την ισοτιμία και προκαλώντας νέες δυσκολίες.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι η χειραγώγηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γιεν από την Τράπεζα της Ιαπωνίας, έχει παίξει μόνο δευτερεύοντα ρόλο, παρά την έντονη καταδίκη της εν λόγω πολιτικής από τον Πρόεδρο της Bundesbank Γιανς Βάιντμαν. Η ιαπωνική παρέμβαση δεν μπορεί να εξηγήσει την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου και πολλών άλλων νομισμάτων.

 

Η Ε.Κ.Τ. μπορεί να περιορίσει την ανατίμηση του ευρώ μέσω των αγορών ξένου συναλλάγματος. Αλλά, σε τελική ανάλυση, αυτό θα πρέπει να το κάνει μέσω της διόγκωσης του δικού της νομίσματος του μέχρι να επανέλθει η εμπιστοσύνη στο ευρώ στα προγενέστερα επίπεδα πριν από τις διαβεβαιώσεις που έγιναν.

 

Για αυτό ακριβώς ο Πρόεδρος της Ε.Κ.Τ. Μάριο Ντράγκι απέρριψε την πρόταση Ολάντ σχεδόν αμέσως. Ο Ντράγκι γνωρίζει πολύ καλά τα τεράστια ποσά που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και του 1980, μετά την κατάρρευση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, τις μάταιες και δαπανηρές παρεμβάσεις για την σταθεροποίηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και δεν θέλει να θέσει σε κίνδυνο το στόχο της Ε.Κ.Τ. για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών .

 

Η ανατίμηση του ευρώ απογυμνώνει τις τεράστιες παράπλευρες απώλειες που η πολιτική διάσωσης της Ευρώπης έχει προκαλέσει. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα έχουν ανοίξει τα κανάλια της μετάδοσης της «μόλυνσης» από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που μαστίζονται από την κρίση, στις οικονομίες του πυρήνα της Ευρώπης, βάζοντας τους φορολογούμενους και τους συνταξιούχους του Βορρά σε μεγάλο οικονομικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα εμποδίζουν τη μακρόχρονη ανάκαμψη στις προβληματικές χώρες.

 

Είναι αλήθεια πως η πολιτική διάσωσης της Ευρώπης έχει σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά και έχει οδηγήσει σε χαμηλότερα επιτόκια για τις υπερχρεωμένες οικονομίες. Αλλά έχει επίσης οδηγήσει σε ανατίμηση του νομίσματος, και ως εκ τούτου στη μείωση της ανταγωνιστικότητας για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, η οποία μπορεί ακόμα να μετατραπεί σε πανωλεθρία για το νότια ευρωζώνη και τη Γαλλία, οι οποίες είναι πάρα πολύ ακριβές ούτως ή άλλως, και για το ίδιο το ευρώ.

 

Οι προσπάθειες διάσωσης της Ε.Κ.Τ. έχουν εμποδίσει την εσωτερική υποτίμηση – τη μείωση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, της εργασίας και των αγαθών – συστατικά που είναι απαραίτητα για τις προβληματικές οικονομίες ώστε να προσελκύσουν νέα ιδιωτικά κεφάλαια και να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητά τους, ενώ η ανατίμηση του ευρώ επιδεινώνει τώρα τις προκλήσεις. Με λίγα λόγια, η πολιτική διάσωσης της Ευρώπης κάνει το πιο σοβαρό πρόβλημα της ευρωζώνης – τη βαθιά απώλεια ανταγωνιστικότητας των προβληματικών χωρών - ακόμα πιο δύσκολο να επιλυθεί.

 

* O Hans-Werner Sinn είναι καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνώ Ifo

 

Επιμέλεια – Μετάφραση : e-FSW

Submit to DeliciousSubmit to FacebookSubmit to Google BookmarksSubmit to StumbleuponSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΕΛΤΙΑ S/R

 

ethniki

Go to top